Παραδείγματα:
Π. α) «Δέχομαι (αυτήν τη γυναίκα ως νόμιμη σύζυγό μου» - όπως εκφέρεται κατά τη διαδικασία της γαμήλιας τελετής.
Π. β) «Ονομάζω αυτό το πλοίο Βασίλισσα Ελισάβετ» - όπως εκφέρεται καθώς κάποιος σπάει το μπουκάλι στην πλώρη του πλοίου.
Π. γ) «Δίνω και κληροδοτώ το ρολόι μου στον αδερφό μου» - όπως λέγεται σε μια διαθήκη.
Π. δ) «Σου βάζω στοίχημα έξι πέννες ότι αύριο θα βρέξει».
Σε αυτά τα παραδείγματα φαίνεται ξεκάθαρα ότι το να εκφέρω την πρόταση (κάτω από τις κατάλληλες περιστάσεις βέβαια) δεν είναι να περιγράψω ότι κάνω αυτό που θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι κάνω μέσω της συγκεκριμένης εκφοράς, ούτε είναι να δηλώσω ότι το κάνω: Είναι να το κάνω. Καμιά από τις εκφορές που παρέθεσα δεν είναι αληθής ή ψευδής … Το να βαφτίσεις το πλοίο είναι το να πεις (κάτω από τις κατάλληλες περιστάσεις) τις λέξεις «ονομάζω αυτό το πλοίο κ.λπ.». Όταν λέω «δέχομαι» μπροστά στο ληξίαρχο ή στην Αγία Τράπεζα κ.λπ., δεν καταγράφω ένα γάμο: Παραδίνομαι σε αυτόν.
Πώς μπορούμε να ονομάσουμε μια πρόταση ή μια εκφορά αυτού του τύπου; Προτείνω να την ονομάσουμε επιτελεστική πρόταση ή επιτελεστική εκφορά ή, για συντομία, «επιτελεστικό» (performative). O όρος «επιτελεστικός» θα χρησιμοποιηθεί σε μια ποικιλία ομοειδών τρόπων και κατασκευών, περίπου όπως χρησιμοποιείται και ο όρος «προστακτικός». Ο όρος προέρχεται βέβαια από το συνηθισμένο ρήμα «επιτελώ» (perform) και το ουσιαστικό «δράση» (action): Υποδεικνύει ότι η διατύπωση της εκφοράς είναι η επιτέλεση μιας πράξης.
Ο Ώστιν δίνει παραδείγματα και ορίζει την «επιτελεστική πρόταση», η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της θεωρίας των ομιλιακών πράξεων.
Ώστιν, Τζ. Λ. (2003). Πώς να κάνουμε πράγματα με τις λέξεις (Α. Μπίστης, Μετ.) Αθήνα: Εστία, σσ. 24-26.